header

Εγγραφή στο Newsletter

Εγγραφείτε τώρα για να λαμβάνετε άμεση ενημέρωση!

Ζητήστε τη δική σας προσωποποιημένη ενημέρωση σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση.

Στοιχεία αγοράς επιτραπέζιων ελαιών στην Νότιο Αφρική
Κατηγορίες κειμένου:
Χώρα αναφοράς: ΝΟΤΙΟΣ ΑΦΡΙΚΗ
Ημερομηνία: 02/03/2010
Έκδοση: Γραφείο Ο.Ε.Υ. Γιοχάνεσμπουργκ (αρμοδιότητα για Νοτ. Αφρική, Μοζαμβίκη, Μποτσουάνα, Ναμίμπια, Σουαζιλάνδη & Λεσόθο).
Κείμενο: Στοιχεία αγοράς επιτραπέζιων ελαιών Ν.Αφρικής


Σημειώνουμε ότι τα τελευταία χρόνια η Νότιος Αφρική αναπτύσσει δική της παραγωγή ελαιών και ελαιολάδου χάρις και στις ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες, οι οποίες επικρατούν στην περιοχή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος, που επιτρέπουν την καλλιέργεια της ελιάς.
Βέβαια συγκρινόμενη με τις ευρωπαϊκές ελαιοπαραγωγούς χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ελλάδα και η Ιταλία καθώς και τις χώρες της Βορείου Αφρικής (Αλγερία, Τυνησία, Μαρόκο) τον Λίβανο και το Ισραήλ, η Νότιος Αφρική διαθέτει ακόμα πολύ μικρή παραγωγή ελιάς και ελαιολάδου.
Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ολλανδικής καταγωγής πρώτος Κυβερνήτης της περιοχής του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος Jan van Riebeeck, εφύτευσε δυο ελαιόδενδρα στην περιοχή Boschheuvel το έτος 1661. Ωστόσο, ο καρπός της ελιάς δεν υπήρξε αντικείμενο συστηματικής εκμετάλλευσης για άλλα 200 χρόνια. Το 1907 ένας γεωργός από Paarl έλαβε χρυσό μετάλλιο για το «καλύτερο ελαιόλαδο που παράγεται στην Βρεττανική Αυτοκρατορία". Η καλλιέργεια της ελιάς άρχισε να αναπτύσσεται στην Νότιο Αφρική υπό την καθοδήγηση Ιταλών μεταναστών, (Ferdinando Costa), οι οποίοι εισήγαγον πολυάριθμες ποικιλίες ελιάς.
Έκτοτε σημειώνεται μεγάλη ανάπτυξη στον τομέα της ελαιοκαλλιέργειας στην χώρα με αποτέλεσμα σήμερα να υπάρχουν άνω των 300 ελαιοπαραγωγών επιχειρήσεων στην Νότιο Αφρική. Τα ελαιόλαδα της Νοτίου Αφρικής τελευταία έχουν λάβει αρκετές διεθνείς διακρίσεις, αν και η παραγωγή ακόμη δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο ποσοστό του προς κατανάλωση ελαιόλαδου στην χώρα να είναι εισαγόμενο.








Έως πρόσφατα νοτιοαφρικανικά νοικοκυριά και εστιατόρια έκαναν χρήση κυρίως ηλιελαίου κατά την παρασκευή των γευμάτων, ενώ το ελαιόλαδο το χρησιμοποιούσαν κυρίως για τις σαλάτες. Παραδοσιακά οι μεγαλύτεροι καταναλωτές ελαιολάδου και ελαιών στην χώρα ήταν οι διάφορες μειονότητες μεταναστών όπως η Λιβανέζικη, η Πορτογαλική, η Ισπανική, η Ιταλική και η Ελληνική. Έτσι σε αντίθεση με τις παραδοσιακά ελαιοπαραγωγούς χώρες, όπου η κατά κεφαλήν κατανάλωση ελαιολάδου κυμαίνεται μεταξύ 12 - 24 L, ο μέσος κάτοικος στην Νότια Αφρική καταναλώνει μόλις 80ml (0,08 L) ετησίως.
Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη σημαντικά περιθώρια βελτίωσης αυτής της εικόνας, υπό την προϋπόθεση ότι μέσω κατάλληλης προβολής και διαφήμισης των ευεργετικών για την υγεία συστατικών της ελιάς και του ελαιολάδου (βλέπε Μεσογειακή διατροφή) το μέσο νοτιοαφρικανικό νοικοκυριό θα εθιστεί στην χρήση ελαιολάδου στο μαγείρεμα και στις εν γένει διατροφικές του συνήθειες.
Η συνολική κατανάλωση ελαιολάδου στην Νότιο Αφρική είναι + - 3,5 εκατομμύρια λίτρα ετησίως, εκ των οποίων η τοπική παραγωγή καλύπτει σήμερα λιγότερο από το 20%. Άνω του 50% των εισαγωγών ελαιολάδου στην χώρα αφορά στο Έξτρα παρθένο ελαιόλαδο (EVOO), ενώ και η τοπική παραγωγή αποτελείται αποκλειστικά από έξτρα παρθένο ελαιόλαδο.
Η εγχώρια παραγωγή επιτραπέζιων ελαιών εκτιμάται σε 3.000 τόνους ετησίως, ενώ άλλοι 600 τόνοι εισάγονται ετησίως ( περί το 17% της εγχώριας κατανάλωσης).

Ποικιλίες
Οι πλέον διαδεδομένες ποικιλίες ελιάς στην Νότιο Αφρική είναι οι Manzanilla, Leccino, Frantoio, Barouni, & Καλαμάτας, οι οποίες καλλιεργούνται για αρκετά χρόνια. Νεότερες ποικιλίες είναι οι Coratina, Favalosa (FS 17), Nocellara, Arbequina και πολλές άλλες ποικιλίες που εισάγονται για περιορισμένης έκτασης καλλιέργειες. Τελευταία έχει εισαχθεί προς καλλιέργεια και η ποικιλία Nandi, με πολύ καλά αποτελέσματα.

Χαρακτηριστικά της βιομηχανίας ελιάς στην Νότιο Αφρική
Η νοτιοαφρικανική παραγωγή ελαιών επικεντρώνεται κυρίως στην περιοχή του Western Cape, το οποίο έχει τυπικά Μεσογειακό κλίμα. ΄Ομως ελαιώνες υπάρχουν σήμερα και σε άλλες απομεμακρυσμένες περιοχές σε όλη τη χώρα με διάφορους βαθμούς επιτυχίας των καλλιεργειών.
Χαρακτηριστικά το 10% των καλλιεργειών συμβάλλουν στο 90% του συνολικού όγκου της παραγωγής. Υπάρχει πληθώρα μικρών καλλιεργητών καθώς και μπουτίκ, οι οποίες προσφέρουν επιτραπέζιες ελιές σε ελκυστική συσκευασία και με διάφορα αρωματικά φυτά/βότανα σε μεγάλη ποικιλία προκειμένου να ελκύσουν το ενδιαφέρον του καταναλωτού.
Με βάση το ρυθμό με τον οποίο φυτεύονται νέα δενδρύλια, η καλλιέργεια ελιάς αυξάνεται με ρυθμό τουλάχιστον κατά 20% ετησίως, δηλαδή έχουμε διπλασιασμό του μεγέθους της κάθε τέσσερα έως πέντε χρόνια, γεγονός που την καθιστά μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες καλλιέργειες στον κλάδο της γεωργίας της Νοτίου Αφρικής.
Σε αυτό συντελεί και το ιδανικό για την καλλιέργεια της ελιάς κλίμα του Δυτικού Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδος (Western Cape), όπου παράγεται περί το 90% των ελαιών της χώρας.







Η ελιά είναι ανθεκτικό φυτό, το οποίο δεν χρειάζεται τόσο νερό όσο άλλες καλλιέργειες (π.χ. οινοκαλλιέργειες) στην περιοχή του Δυτικού Ακρωτηρίου (Western Cape), γεγονός το οποίο αποκτά εξαιρετική σημασία για τους καλλιεργητές, ειδικά αν ληφθεί υπ’ όψη το χαμηλό επίπεδο βροχόπτωσης που παρατηρείται στην περιοχή αυτή κατά τα τελευταία χρόνια.
Οι νοτιοαφρικανοί καταναλωτές συνειδητοποιούν όλο και περισσότερο τα οφέλη για την υγεία που πηγάζουν από την χρήση του ελαιολάδου, ως συστατικό της μεσογειακής διατροφής, η οποία συντελεί στην μείωση των καρδιακών παθήσεων και άλλων νοσημάτων. Επίσης αναμένεται στροφή του νοτιοαφρικανικού καταναλωτικού κοινού στην χρήση ελαιολάδου καθώς παρατηρείται αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματός των. Τέλος η αύξηση της παραγωγής επιτραπέζιας ελιάς, η οποία σημειώνεται προσφάτως, σε σύγκριση με την παραγωγή ελαιών για ελαιόλαδο οφείλεται εν μέρει και στην μειωμένη παγκόσμια προσφορά επιτραπέζιας ελιάς. Η καλλιέργεια της ελιάς είναι έντασης εργασίας με υψηλότερο κόστος παραγωγής σε σχέση με την συλλογή καρπού για παραγωγή ελαιολάδου με μηχανικά μέσα, πράγμα που προτιμούν οι αγρότες, με αποτέλεσμα την μειωμένη παραγωγή ελαιών, ενώ ένας άλλος λόγος είναι ότι το καθεστώς ευρωπαϊκών επιδοτήσεων προς τους αγρότες εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση των ελαιών, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του ελαιολάδου.
Τελευταία η Ένωση παραγωγών ελαιολάδου Νοτίου Αφρικής “SA OLIVE”, εξέταζει την εισαγωγή συστήματος ποιοτικού ελέγχου με σφραγίδα γνησιότητας του ελαιολάδου, το οποίο επί του παρόντος προβλέπεται να εφαρμόζεται μόνο στην τοπική αγορά, ενώ αργότερα θα μπορούσε να περιλαμβάνει και εισαγόμενα ελαιόλαδα. Οι τοπικοί παραγωγοί ελαιολάδου λαμβάνουν μεταξύ R3.50 (0,27 ευρώ) και R4 (0,37 ευρώ) ανά χιλιόγραμμο για τα προϊόντα τους. Οι παραγωγοί επιτραπέζιων ελαιών της Νοτίου Αφρικής λαμβάνουν R8.50 (0,78 ευρώ) ανά χιλιόγραμμο για το 20% της παραγωγής που αφορά στην καλύτερη ποιότητα παραχθέντων ελαιών, R7 (0,64 ευρώ) ανά χιλιόγραμμο για το επόμενο 40% της παραγωγής κατώτερης ποιότητος και τέλος R5 (0,46 ευρώ) ανά χιλιόγραμμο για το υπόλοιπο 40% της παραγωγής. Αντίστοιχα η τιμή λιανικής πώλησης των ελαιών κυμαίνεται μεταξύ R5(0,46 ευρώ) και R7 (0,64 ευρώ) ανά 100g, ή μεταξύ R50 (4,6 ευρώ) και R70 (6,4 ευρώ) ανά χιλιόγραμμο, κάτι το οποίο καταδεικνύει τα περιθώρια κέρδους στο προϊόν κατά την πορεία του από τον παραγωγό στον τελικό καταναλωτή. Τα συμφέροντα των ελαιοπαραγωγών στην Νότιο Αφρική εκπροσωπούνται από την Ένωση “SA OLIVE”, μια εθελοντική μη κερδοσκοπική ένωση, της οποίας τα μέλη συμμετέχουν άμεσα στη βιομηχανία (δηλαδή καλλιεργητές, φυτώρια, δίκτυα διανομής και πώλησης επιτραπέζιας ελιάς).
Τα Νοτιοαφρικανικά νοικοκυριά καταναλώνουν σήμερα όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ελαιών και ελαιολάδου, ενώ από περίπου 350.000 ελαιόδεντρα που υπήρχαν συνολικά στην χώρα το 1999, σήμερα ο αριθμός τους υπερβαίνει το ενάμισυ εκατομμύριο. Σύμφωνα με τον κο John Scrimgeour, Πρόεδρο της “SA OLIVE”, η σταθερή αύξηση της ελαιοκαλλιέργειας στην Νότιο Αφρική, οφείλεται κυρίως στην ολοένα αυξανόμενη ζήτηση από το νοτιοαφρικανικό καταναλωτικό κοινό, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα ένα πολύ μικρό ποσοστό στη εγχώριας παραγωγής να εξάγεται. Η τοπική ελαιοκαλλιέργεια είναι επικεντρωμένη κυρίως στις επιτραπέζιες ελιές, με περίπου 3.500 τόνους παραγωγή ετησίως, η οποία όμως υπολείπεται κατά πολύ της συνολικής εγχώριας κατανάλωσης εκ 5.500 τόνων. Σε ότι αφορά στην εγχώρια παραγωγή ελαιολάδου, αυτή ανέρχεται σε 450 τόνους ετησίως σε σύνολο εγχώριας ζήτησης 3.000 τόνους. Το σχετικό έλλειμμα καλύπτεται από χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία και η Ελλάδα.



exports

Gefyres Ypourgeio logo 02highrez    ktp 1