header

Εγγραφή στο Newsletter

Εγγραφείτε τώρα για να λαμβάνετε άμεση ενημέρωση!

Ζητήστε τη δική σας προσωποποιημένη ενημέρωση σε ημερήσια, εβδομαδιαία ή μηνιαία βάση.

Ετήσια Έκθεση Γραφείου ΟΕΥ Βιέννης για αυστριακή οικονομία και διμερείς οικονομικές σχέσεις έτους 2011.
Κατηγορίες κειμένου:
Χώρα αναφοράς: ΑΥΣΤΡΙΑ
Ημερομηνία: 04/05/2012
Έκδοση: Γραφείο Ο.Ε.Υ. Βιέννης
Κείμενο: Βιέννη, 2 Απριλίου 2012


1. ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΑΥΣΤΡΙΑΣ

Α. Γενικά Στοιχεία - Κατάσταση αυστριακής οικονομίας – Προβλέψεις

H Αυστρία, διαθέτουσα πολύ ανεπτυγμένη οικονομία της αγοράς και υψηλότατο επίπεδο διαβίωσης, είναι στενά συνδεδεμένη με άλλες οικονομίες της ΕΕ και, κυρίως, τη γερμανική. Χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη μεγάλου τομέα υπηρεσιών (69% ΑΕΠ), έναν υγιή βιομηχανικό τομέα (29,8% ΑΕΠ) και ένα μικρό αγροτικό τομέα (1,5% ΑΕΠ) με μεγάλη ανάπτυξη.
Μετά την ύφεση του 2009, η οικονομία εισήλθε σε τροχιά ανάκαμψης με αποτέλεσμα ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2011 να ανέλθει στο υψηλό για τα ευρωπαϊκά δεδομένα 3,1% (έναντι 2,1% το 2010). Μοχλός της ανάπτυξης εξακολουθούν να είναι οι εξαγωγές προς τη Γερμανία, με τις γερμανικές εταιρίες να απευθύνονται και πάλι στις αυστριακές επιχειρήσεις για εξαρτήματα μηχανών και άλλες προμήθειες (κυρίως στην αυτοκινητοβιομηχανία και στη βιομηχανία χημικών). Η επενδυτική άνθηση, κυρίως, στην Ασία, από την οποία επωφελείται σημαντικά η γερμανική εξαγωγική οικονομία, ωφελεί έμμεσα και τους προμηθευτές των γερμανών εξαγωγέων, τις αυστριακές επιχειρήσεις. Οι αυστριακές εξαγωγές προς τη Γερμανία αποτελούν, άλλωστε, το 45% των αυστριακών εξαγωγών προϊόντων. Η ανάκαμψη της Γερμανίας οδήγησε σε αύξηση της αυστριακής βιομηχανικής παραγωγής κατά 6,9% το 2010, ενώ υπολογίζεται σε 8,5%, το 2011. Ας σημειωθεί ότι ο βιομηχανικός τομέας της χώρας χαρακτηρίζεται από μικρομεσαίες επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα υψηλής εξειδίκευσης, γεγονός το οποίο εγγυάται τη βιωσιμότητα της αυστριακής βιομηχανίας στο μέλλον.
Όμως, η επιδείνωση της κατάστασης στην παγκόσμια οικονομία, η οποία συνδέεται με την ανησυχία για την κρίση χρέους όχι μόνο στην Ευρωζώνη αλλά και στις ΗΠΑ και τις συνακόλουθες αρνητικές επιδράσεις της στην κατανάλωση και στις επενδύσεις, επηρεάζει τις προβλέψεις για μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, το 2012, στο 0,9% (Ευρωπαϊκή Επιτροπή), ή, ακόμα και χαμηλότερα, στο 0,4% (Αυστριακό Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας -Wifo).
Μετά την αύξηση κατά 2,2 %, το 2010, η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά μόλις 0,9% το 2011, με πρόβλεψη για περαιτέρω μείωση στο 0,3% το 2012. Αντίθετα, εκτιμάται ότι οι επενδύσεις παγίων παρουσίασαν αύξηση της τάξης του 5% το 2011 (από το απλώς θετικό πρόσημο του 2010), ενώ, το 2012, η αύξηση προβλέπεται μέτρια στο επίπεδο του 1,2%.
Ο πληθωρισμός από 1,7% το 2010 διαμορφώθηκε σε 3,3% το 2011, λόγω των αυξήσεων από τις αρχές του χρόνου, τόσο των τιμών των καυσίμων, όσο και των ειδών διατροφής. Για το 2012, οι προβλέψεις είναι ευνοϊκές και αναφέρονται σε μείωση του πληθωρισμού στο 1,8%.
Οι ονομαστικοί μισθοί που αυξήθηκαν μόλις κατά 1,5% το 2010 (μείωση πραγματικού εισοδήματος) και στα επίπεδα του πληθωρισμού το 2011, προβλέπεται ότι κατά την προσεχή 5ετία, έως το 2016, θα συνεχίσουν να αυξάνονται ελαφρώς πάνω από τον πληθωρισμό.
Ως προς την ανεργία, η Αυστρία εξακολουθεί να παρουσιάζει τον χαμηλότερο δείκτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και μάλιστα υποδιπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ (που κινείται την περίοδο αυτή στο 10% περίπου του εργατικού δυναμικού), ήτοι 4,2% για όλο το 2011, ενώ προβλέπεται μικρή αύξηση του ποσοστού αυτού συνδεόμενη με τις προβλέψεις για χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη το 2012.
Στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η Αυστρία έχει τα τελευταία χρόνια ένα μικρό έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο (-1,1% το 2010), αλλά αυτό αντισταθμίζεται, με το παραπάνω, από το πλεόνασμα στο ισοζύγιο υπηρεσιών (τουρισμός, κυρίως, αλλά και χρηματοπιστωτικός τομέας). Παρότι το εμπορικό έλλειμμα της Αυστρίας προβλέπεται ότι θα αυξηθεί το επόμενο διάστημα φθάνοντας το -2% του ΑΕΠ λόγω της μείωσης της ζήτησης στους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της Αυστρίας, προβλέπεται, παράλληλα, αύξηση στο ισοζύγιο υπηρεσιών της, ώστε το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών να συνεχίσει να παρουσιάζει αξιόλογο θετικό αποτέλεσμα (περί το +2,8% του ΑΕΠ ετησίως για το 2012 και το 2013).
Ας σημειωθεί ότι, παρά το εμπορικό έλλειμμα, οι αυστριακές εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση της τάξης του 11,7%, το 2011, ανερχόμενες σε 122,16 δισ. ευρώ. Στόχος του Υπουργείου Οικονομίας είναι η διαφοροποίησή τους σε περιοχές εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς την οποία κατευθύνεται, προς το παρόν, το 83% των εξαγωγών της Αυστρίας (με κύριους εμπορικούς εταίρους τη Γερμανία, την Ιταλία και την Ελβετία). Για το σκοπό αυτό, το Υπουργείο Οικονομίας, Οικογένειας και Νέας Γενιάς έχει διαθέσει 35 εκατομμύρια ευρώ στην Υπηρεσία Εξωτερικού Εμπορίου του Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου (WKO) για την εκστρατεία του ´go international´, με την οποία παρέχεται στήριξη σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις που σχεδιάζουν να ανοίξουν νέες αγορές.
Τα μέτρα που λήφθηκαν για την αντιμετώπιση της ύφεσης του 2009 είχαν αντίκτυπο και στο ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος, το οποίο διαμορφώθηκε σε 4,4% του ΑΕΠ το 2010, ενώ από το 2011 ξεκίνησε πορεία αποκλιμάκωσής του (στο 2,6% το 2011, ήτοι πολύ λιγότερο από όσο αναμενόταν) με στόχο να φτάσει σε μηδενικά επίπεδα το 2016. Υπενθυμίζουμε σχετικά ότι η Αυστρία προώθησε πακέτο σωτηρίας ύψους 100 δισ. ευρώ για να ενισχύσει τις τράπεζες και να εξέλθει από την κρίση. Τα μέτρα, όμως, που ελήφθησαν για την τόνωση της ζήτησης μέχρι και το 2010 (όπως μειώσεις φόρων στις οικογένειες και στους αυτοαπασχολούμενους), ακολούθησαν, στο τέλος του 2010, μέτρα για τον περιορισμό του ελλείμματος που αφορούσαν τόσο την αύξηση εσόδων (φόρος τραπεζών, αυξήσεις φορολογίας καυσίμων και τσιγάρων), όσο και τη μείωση των δαπανών (μείωση στα οικογενειακά επιδόματα και στις συντάξεις). Σημειώνεται ότι το δημόσιο χρέος υπολογίζεται στο 72,2% του ΑΕΠ για το 2011 (από 72,3% το 2010) και με ανοδική τάση για το 2012 και το 2013, πριν αρχίσει να μειώνεται έτσι ώστε να φτάσει το 71% του ΑΕΠ το 2016.
Την τρέχουσα 5ετία, η οικονομική πολιτική χαρακτηρίζεται από προσπάθειες σταθεροποίησης των δημοσίων οικονομικών. Για το σκοπό αυτό, ψηφίστηκε στις 28 Μαρτίου τ.ε., από την Αυστριακή Βουλή, πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής ύψους 28 δισ. ευρώ (εντός 5ετίας), εκ των οποίων το 70% αναμένεται να επιτευχθεί με περικοπές δαπανών και το 30% με φορολογικές αυξήσεις. Οι μεταρρυθμίσεις, των οποίων η υλοποίηση αναμένεται να ξεκινήσει το αργότερο τον Μαϊο τ.ε., αφορούν σε: συνταξιοδοτικό, υγεία, συντονισμό μεταξύ κυβέρνησης και κρατιδίων για αποφυγή επικαλύψεων σε επιχορηγήσεις, εξυγίανση αυστριακών σιδηροδρόμων, περικοπές στη Δημόσια Διοίκηση με καταργήσεις/συγχωνεύσεις φορέων, φορολογία (π.χ. εισφορά αλληλεγγύης για υψηλότερα εισοδήματα) κ.α. Σημειώνεται ότι παράλληλα με το στόχο αποκλιμάκωσης του ελλείμματος στο 2,4% μέχρι το 2014 (σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλε η Αυστριακή κυβέρνηση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις αρχές του 2011), ο κυβερνητικός συνασπισμός επεχείρησε, στο τέλος του 2011, να περάσει-ανεπιτυχώς λόγω μη επίτευξης απαιτούμενης πλειοψηφίας 2/3 στη Βουλή-τη συνταγματική κατοχύρωση της μείωσης του δημόσιου χρέους στο 60% του ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι σχετικές προβλέψεις να ισχύουν, προς το παρόν, μόνον ως απλός νόμος. Εντός των δημοσιονομικών περιορισμών, ο κυβερνητικός συνασπισμός θα εξακολουθήσει να προωθεί την έρευνα και ανάπτυξη στα πανεπιστήμια και τον ιδιωτικό τομέα και να επενδύει στην εκπαίδευση, το περιβάλλον και τις υποδομές. Ειδικά για την έρευνα και την ανάπτυξη, τομέας στον οποίον η Αυστρία υστερεί έναντι ορισμένων γειτόνων της (Ελβετία) ή βορείων χωρών (Σουηδία, Φινλανδία), λόγω της απουσίας πολύ μεγάλων επιχειρήσεων, οι σχετικές δαπάνες έχουν αυξηθεί. Για το 2011, υπερέβησαν τα 8 δισ. ευρώ, εκ των οποίων το 40% περίπου αποτελεί κρατική συμμετοχή. Οι δαπάνες για την έρευνα και ανάπτυξη ανήλθαν στο 2,79% του ΑΕΠ το 2011.
Παράλληλα επιδιώκεται σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος με τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις να περιλαμβάνουν αυστηρότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις που θα εφαρμοσθούν από τον Ιανουάριο του 2013 και επιβολή περιορισμών στην παροχή νέων πιστώσεων. Εκτιμάται ότι η κίνηση αυτή θα ενισχύσει την ασφάλεια των Αυστριακών τραπεζών και κατ´ επέκταση του Αυστριακού Δημοσίου, θα καταστήσει, όμως, δύσκολο το δανεισμό των Αυστριακών τραπεζών στο εξωτερικό, συγκεκριμένα στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με κίνδυνο να πληγούν οι χώρες της περιοχής.
Σε γενικές γραμμές, οι Αυστριακές τράπεζες θεωρούνται ακόμα ως έχουσες αρκετά ικανοποιητικό βαθμό κεφαλαιακής επάρκειας και, με εξαίρεση την Bank Austria που ανήκει στον ιταλικό όμιλο Unicredit, η έκθεσή τους στις περισσότερο ευάλωτες χώρες της Ευρωζώνης χαρακτηρίζεται ως μέτρια.
Όσον αφορά στις οικονομικές σχέσεις της χώρας με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τονίζεται ότι η επέκταση της οικονομικής δραστηριότητας της Αυστρίας (εμπόριο, επενδύσεις) στις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της οικονομίας της, η οποία έχει, ιδιαίτερα ωφεληθεί από τις δύο προς ανατολάς διευρύνσεις της ΕΕ (2004 και 2007). Παρόλο που η περίοδος της πολύ μεγάλης αύξησης των αυστριακών επενδύσεων στις χώρες αυτές έχει παρέλθει, η Αυστρία εξακολουθεί να είναι σημαντικός (ή και ο σημαντικότερος) επενδυτής σε Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Σερβία, Ρουμανία, Σλοβακία, Βουλγαρία, Ουγγαρία και Τσεχία. Η Αυστρία διαθέτει πράγματι το δυναμικό να προσελκύσει εταιρίες της ΕΕ που επιθυμούν να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Η Αυστρία βρίσκεται στη 17η θέση (από την 22η που κατείχε), μετά τη Γερμανία και την Ιαπωνία, στην παγκόσμια κατάταξη όσον αφορά την εγκατάσταση εταιριών πληροφορικής, ως αποτέλεσμα της προόδου στον τομέα της έρευνας και τεχνολογίας, σύμφωνα με έρευνα του Economist Intelligence Unit.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Συνολικής Ανταγωνιστικότητας του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ για το 2011, η Αυστρία κατατάσσεται στην 19η θέση επί συνόλου 142 χωρών. (Ας σημειωθεί ότι η Ελλάδα βρίσκεται στην 90η θέση.)

Β. Ενεργειακά Θέματα

Το Υπουργείο Οικονομίας, Οικογένειας και Νέας Γενιάς έχει ανακοινώσει ότι σχεδιάζει νέο νόμο ενεργειακής απόδοσης για το 2012, προκειμένου να επιτύχει τους στόχους της ΕΕ που ορίζουν ότι οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα πρέπει να αποτελούν το 34% της συνολικής ενεργειακής κατανάλωσης μέχρι το 2020 (από 30,8% όπου ανέρχονται στην Αυστρία σήμερα).
Παράλληλα, και παρά τα μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, η κυβέρνηση συνεχίζει να χρηματοδοτεί το πρόγραμμα θερμικής αποκατάστασης κτιρίων με 100 εκατ. ευρώ το 2012.
Οικονομολόγοι του Υπουργείου Οικονομίας αναμένουν ότι η εθνική νομοθεσία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας θα καταστήσει τη χώρα ανεξάρτητη από τις εισαγωγές πυρηνικής ενέργειας μέχρι το 2015 και ότι τα κυβερνητικά κίνητρα για επενδύσεις στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών θα οδηγήσουν σε επενδύσεις 12 δισ. ευρώ στις πράσινες τεχνολογίες έως το 2020.
Αυτή τη στιγμή, το 67% της κατανάλωσης ηλεκτρισμού στην Αυστρία προέρχεται από ανανεώσιμες πηγές (κυρίως υδροηλεκτρικοί σταθμοί) και η κυβέρνηση σχεδιάζει να αυξήσει το ποσοστό αυτό σε 85% το 2020, τριπλασιάζοντας την παραγωγή αιολικής ενέργειας από 1.000 MW που είναι σήμερα και αυξάνοντας τη φωτοβολταϊκή ισχύ από τα 100 MW στα 1.200 MW.

Αγωγός φυσικού αερίου Nabucco

To έργο της κατασκευής του αγωγού φυσικού αερίου Nabucco συγκαταλέγεται μεταξύ των άμεσων αναπτυξιακών προτεραιοτήτων της Αυστρίας, με σκοπό τη διαφοροποίηση πηγών-προμηθευτών ενέργειας και δικτύων διέλευσης, ιδιαίτερα μετά την ενεργειακή κρίση του Ιανουαρίου 2009, με την αντιπαράθεση Μόσχας-Κιέβου, η οποία δημιούργησε προβλήματα στον εφοδιασμό της βιομηχανίας της χώρας. Σημειωτέον ότι η Αυστρία καλύπτει τις ανάγκες της σε φυσικό αέριο κατά 13,5% μέσω της δικής της παραγωγής και κατά 86,5% μέσω εισαγωγών, εκ των οποίων 53% από τη Ρωσία, 11,9% από τη Νορβηγία και 21,9% από λοιπές χώρες (στοιχεία 2008). Το έργο αυτό εντάσσεται, εξάλλου, στις προτεραιότητες της ΕΕ εντός του πλαισίου πολιτικής ενεργειακής ασφάλειας και διαφοροποίησης των δικτύων εφοδιασμού.
Ο αγωγός στοχεύει να συνδέσει τα ανατολικά σύνορα της Τουρκίας με το Baumgarten στην Αυστρία, μέσω Βουλγαρίας, Ρουμανίας και Ουγγαρίας, πλην, όμως, δεν πρόκειται να λειτουργήσει αν δεν συμμετάσχουν στην κοινοπραξία το Τουρκμενιστάν και το Ιράν. Στην κοινοπραξία κατασκευής του αγωγού, ο οποίος σχεδιάσθηκε από την αυστριακή εταιρεία Πετρελαίων και Φυσικού Αερίου OMV Gas & Power GmbH, συμμετέχουν εκτός από την αυστριακή OMV, η τουρκική BOTAS, η βουλγαρική Bulgarian Energy Holding EAD, η ρουμανική TRANSGAZ, η ουγγρική MOL plc και η γερμανική RWE AG.
Όταν ολοκληρωθούν τα 3.900 χλμ. του αγωγού, η δυναμικότητά του θα είναι 31 δισ. κυβ.μ. Η κατασκευή, που προβλέπεται να πραγματοποιηθεί σε μία φάση από την Άγκυρα έως το Baumgarten, έχει, τώρα, προγραμματισθεί για το τέλος του 2013, ενώ η έναρξη της λειτουργίας για το τέλος του 2017. Η καθυστέρηση αυτή συνδέεται με την καθυστέρηση του Αζερμπαϊτζάν και των λοιπών συμμετεχόντων στην κοινοπραξία Shah-Deniz II να αποφασίσουν εάν θα πωλήσουν φυσικό αέριο στην Nabucco Gas Pipeline International GmbH (NIC), ή, σε άλλη εταιρία διαχείρισης αγωγού. Εάν τελικά επιλεγεί η οδός αυτή-κάτι για το οποίο εκφράζει την αισιοδοξία του ο αρμόδιος Υπουργός Οικονομίας κ. Mitterlehner- το κόστος για την ολοκλήρωση του αγωγού αναμένεται να ξεπεράσει κατά πολύ τις αρχικές προβλέψεις (7,9 δισ. ευρώ), λόγω του διαρκώς αυξανόμενου κόστους των πρώτων υλών. Σύμφωνα με ανακοίνωση της BP που έχει στρατηγικό ρόλο στην κοινοπραξία, ο αγωγός ITGI (Τουρκίας-Ελλάδας-Ιταλίας) αποκλείστηκε από τις επιλογές. Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν με τον αγωγό Trans Adriatic Pipeline για τη νότια διαδρομή μεταφοράς του αερίου και με τους αγωγούς Nabucco και Southeast European Pipeline για τη βόρεια διαδρομή.
Σημειώνεται ότι η αυστριακή εταιρεία πετρελαίων και φυσικού αερίου OMV, προσβλέπουσα σε συνεργασία για εκμετάλλευση των μεγαλυτέρων στον κόσμο ιρανικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου “South Pars” (1.300 τρις κυβικών ποδών κατ΄εκτίμηση), έχει υπογράψει (21.04.2007) με την κρατική εταιρεία πετρελαίων (National Iranian Oil Company) του Ιράν συμφωνία πλαίσιο “Heads of Agreement”, επισύροντας σφοδρές αντιδράσεις από την αμερικανική πλευρά, μεταξύ άλλων, και εκ του λόγου ότι η αυστριακή κρατική εταιρεία Holding AG κατέχει πλειοψηφικό πακέτο μετοχών στην OMV. Η συμφωνία πλαίσιο δεν έχει ακόμα εφαρμοσθεί, λόγω των γνωστών θέσεων της διεθνούς κοινότητας στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Ο αγωγός Nabucco εντάσσεται στις προτεραιότητες της ενεργειακής πολιτικής της Αυστρίας, για τον πρόσθετο λόγο ότι η χώρα εμμένει σταθερώς στη θέση της μη χρήσεως πυρηνικής ως εναλλακτικής μορφής ενέργειας. Παρά, όμως, την ενεργειακή κρίση του Ιανουαρίου 2009, η Αυστρία θεωρεί τη Ρωσία ως το σημαντικότερο εταίρο της στην αγορά φυσικού αερίου, στηρίζοντας, επίσης, το νότιο διάδρομο “South Stream”.


2. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΛΛΑΔΑΣ-ΑΥΣΤΡΙΑΣ

Α. Διμερής οικονομική συνεργασία

Ο ΣΕΒ και ο Αυστριακός Σύνδεσμος Βιομηχανιών (IV) διοργάνωσαν, στις εγκαταστάσεις του τελευταίου στη Βιέννη, στις 17 Οκτωβρίου 2011, εκδήλωση με θέμα τις επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα και με συμμετοχή εκπροσώπων ελληνικών και αυστριακών θεσμικών φορέων και επιχειρήσεων. Επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας ήταν ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κ. Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, που είχε κατ’ιδίαν συνομιλίες με τον ομόλογό του αυστριακό Υπουργό Οικονομίας, Οικογένειας και Νέας Γενιάς κ. Reinhold Mitterlehner, κατά τις οποίες ήταν εμφανής η πρόθεση του κ. Mitterlehner για συνεργασία στην πραγματική οικονομία. Ανακοινώθηκε, επίσης, η συμφωνία των Υπουργών για αποστολή, στις 24 Νοεμβρίου τ.ε., στην Αθήνα, αυστριακών εμπειρογνωμόνων για παροχή τεχνογνωσίας με σκοπό την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, η οποία θα προλειάνει το έδαφος για επιχειρηματική αποστολή.
Σε συνέχεια της ανωτέρω εκδήλωσης, διοργανώθηκε στην Αθήνα, στα Γραφεία της ΜΟΔ Α.Ε., διήμερο σεμινάριο, στις 24 και 25 Νοεμβρίου 2011, με συμμετοχή, από αυστριακής πλευράς, υψηλόβαθμων αξιωματούχων τόσο από το Αυστριακό Υπουργείο Οικονομίας όσο και από τους πιο σημαντικούς αυστριακούς χρηματοδοτικούς οργανισμούς και φορείς προσέλκυσης επενδύσεων και προώθησης τουρισμού. Από τις συναντήσεις προέκυψε non-paper με προτάσεις για μελλοντική συνεργασία σε τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος.

Β. Διμερές Εμπόριο

Σύμφωνα με συγκεντρωτικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Αυστρία, ανήλθαν, το 2011, σε 193,1 εκατ. ευρώ σημειώνοντας αύξηση της τάξεως του 19,4% (έναντι εξαγωγών αξίας 161,7 εκατ. ευρώ, το 2010).
Οι αυστριακές εξαγωγές στην Ελλάδα, καταγράφοντας, το ίδιο έτος αναφοράς, μείωση 21,5%, διαμορφώθηκαν στο επίπεδο των 417,6 εκατ. ευρώ (έναντι εξαγωγών αξίας 531,7 εκατ. ευρώ, το 2010).
Παρατηρώντας την πορεία του διμερούς εμπορίου τα τελευταία έτη, διαπιστώνουμε μία κάμψη αυτού μετά το 2008, η οποία οφείλεται στη σημαντική κλιμακούμενη μείωση των αυστριακών εξαγωγών προς την Ελλάδα (λόγω βασικά μείωσης της εσωτερικής ζήτησης). Αντίθετα, οι ελληνικές εξαγωγές προς την Αυστρία παρουσιάζουν αυξητική τάση από το 2010, παρ΄ότι τα απόλυτα μεγέθη των εξαγωγών μας είναι σαφώς μικρότερα.
Η σχέση ελληνικών εξαγωγών προς Αυστρία/αυστριακών εξαγωγών προς Ελλάδα ήταν, τα τελευταία χρόνια, της τάξεως του 1:4, ενώ διαμορφώθηκε σε περίπου 1:2, το 2011.
Το υψηλό έλλειμμα του διμερούς εμπορικού ισοζυγίου μας με την Αυστρία συνδέεται με το γενικότερο θέμα της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών προϊόντων αλλά και με τη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών προς την Αυστρία και αντίστοιχα των αυστριακών εξαγωγών στην Ελλάδα. Η σύνθεση και διαστρωμάτωση των ελληνικών εξαγωγών προς την Αυστρία κυριαρχείται από προϊόντα των κλάδων εντάσεως εργασίας και χαμηλής προστιθεμένης αξίας, σε αντίθεση με τη δομή των αυστριακών εξαγωγών προς την Ελλάδα, όπου δεσπόζουν προϊόντα κλάδων υψηλής προστιθεμένης αξίας.
Οι εξαγωγές προϊόντων εντάσεως εργασίας, ιδιαιτέρως των κλάδων ένδυσης και πλεκτών υφίστανται ισχυρό ανταγωνισμό από ομοειδή προϊόντα χαμηλού εργατικού κόστους παραγωγής, προελεύσεως κυρίως Τουρκίας, χωρών Νοτιοανατολικής Ευρώπης και Άπω Ανατολής.
Συγκεκριμένα, στη σύνθεση των ελληνικών εξαγωγών (2011) κυριαρχεί ακόμα ο κλάδος προϊόντων διατροφής που ανέρχεται σε περισσότερο από το ένα πέμπτο των ελληνικών εξαγωγών (42,6 εκατ. ευρώ), με τα γαλακτοκομικά προϊόντα (κυρίως φέτα-8,2 εκ. ευρώ) να αποτελούν το 6,5% (ή 12,7 εκ. ευρώ) του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών για το έτος αυτό. Τα νωπά οπωροκηπευτικά, παρόλο που εμφανίζουν το επίσης υψηλό ποσοστό του 4,8% (ή 9,3 εκ. ευρώ) επί του συνόλου, δεν έχουν ως τελικό προορισμό την Αυστρία, αλλά άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης. Το παρθένο ελαιόλαδο, κατά το ίδιο έτος, παρουσίασε εξαγωγές 1,3 εκ. ευρώ. Τον κλάδο των τροφίμων, ακολουθούν τα τεχνουργήματα από χυτοσίδηρο, σίδηρο ή χάλυβα (σωλήνες για τους αγωγούς πετρελαίου ή αερίου) με μερίδιο 20,8% (40,2 εκατ. ευρώ το 2011 από 1,8 εκ. ευρώ που ήταν το ύψος τους το 2010!), τα φαρμακευτικά προϊόντα με 18% επί του συνόλου (ή 34,8 εκ. ευρώ από 33,9 εκ. ευρώ το 2010) και τα πλαστικά με 9,1% (ή 17,7 εκ. ευρώ από 12,1 εκ. ευρώ το 2010).
Ας σημειωθεί ότι το μερίδιο αγοράς του κλάδου τροφίμων-ποτών, παρά τη θέση που καταλαμβάνει ο κλάδος στις εξαγωγές της Ελλάδας προς την Αυστρία, παρουσιάζει σημαντική αναντιστοιχία με τον υψηλό βαθμό αναγνωρισιμότητας της Ελλάδας στην Αυστρία, γεγονός που σημαίνει ύπαρξη περιθωρίου αύξησης των ελληνικών εξαγωγών, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, της τήρησης των υψηλών προδιαγραφών που απαιτούνται για την είσοδο στην αυστριακή αγορά. Βέβαια σε αυτό δεν βοηθάει, κατά την παρούσα συγκυρία, η εικόνα της χώρας μας, όπως προβάλλεται και από τα εγχώρια ΜΜΕ.
Ειδικά για τον κλάδο τροφίμων-ποτών, σημειώνουμε ότι τα ποιοτικά ελληνικά προϊόντα (συμβατικά και βιολογικά), εάν συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις συσκευασίας/ετικετών και συνοδευθούν από τις κατάλληλες προωθητικές ενέργειες από πλευράς ενδιαφερόμενων ελληνικών επιχειρήσεων (σε συνεργασία με το Γραφείο μας εφόσον το επιθυμούν), έχουν καλές πιθανότητες να διευρύνουν την εδώ παρουσία τους.
Στη σύνθεση των αυστριακών εξαγωγών κυριαρχούν οι ηλεκτρικές μηχανές και συσκευές εγγραφής και αναπαραγωγής ήχου/εικόνας με ποσοστό 19,9% επί του συνόλου και πλέον αντιπροσωπευτικό εκπρόσωπο της κατηγορίας τα κινητά τηλέφωνα (59,9 εκ. ευρώ από 107,5 εκ. ευρώ το 2010 ή 14,3% στο σύνολο των αυστριακών εξαγωγών προς την Ελλάδα). Ακολουθεί η κατηγορία χαρτί/χαρτόνια και τεχνουργήματα αυτών (39,7 εκ. ευρώ ή 9,5%), οι μηχανές-συσκευές και μέρη αυτών (38,4 εκ. ευρώ ή 9,1%), τα φαρμακευτικά προϊόντα (28 εκ. ευρώ ή 6,7%), τα πλαστικά (24 εκ. ευρώ ή 5,7%), τα ποτά (19,8 εκ. ευρώ ή 4,7% επί του συνόλου-πρόκειται για το ενεργειακό ποτό Red Bull) και τα γαλακτοκομικά (19,2 εκ. ευρώ ή 4,5%).

Γ. Επενδύσεις

Το σύνολον των αυστριακών άμεσων επενδύσεων (DI) στην Ελλάδα, σύμφωνα με οριστικά στοιχεία της Κεντρικής Τραπέζης της χώρας (OeNB - Εθνική Τράπεζα Αυστρίας) ανήλθε σε 602 εκατ. ευρώ το 2010, έναντι 572 εκατ. ευρώ το 2009, 506 εκατ. ευρώ το 2008 και 254 εκατ. ευρώ το 2007. Η ελληνική επενδυτική παρουσία είναι σαφώς χαμηλότερη, ακολουθεί, όμως, και αυτή αυξητική πορεία, ξεκινώντας από 0 εκατ. ευρώ το 2007, 23 εκατ. ευρώ το 2008 και περνώντας σε 317 εκατ. ευρώ το 2009 και 351 εκατ. ευρώ το 2010. Έτσι παρουσία στην αυστριακή αγορά έχουν οι όμιλοι Coca Cola-3E, Lykos (Austria Card Gmbh), τα Ελληνικά Πετρέλαια (holding), η Real Consulting S.A. (INCADEA Gmbh-επιχειρηματικό software για την αγορά αυτοκινήτου), η NOTOS COM HOLDINGS S.A., ο όμιλος Μαϊλλη και η CLUB HOTEL LOUTRAKI S.A..
Στην Ελλάδα, δραστηριοποιούνται με θυγατρικά παραρτήματα 23 αυστριακές επιχειρήσεις των ακόλουθων κλάδων οικονομικής δραστηριότητας: κατασκευές, ασφαλίσεις, μεταφορές, τεχνολογία προστασίας περιβάλλοντος, ενέργεια, παραγωγή βιομηχανικών προϊόντων και τεχνολογία πληροφορικής-επικοινωνιών.
Η Ελλάδα, μέχρι σήμερα, δεν αποτελεί ελκυστικό τόπο εγκαταστάσεως αυστριακών επιχειρήσεων σε σύγκριση με αγορές γειτονικών ή της ευρύτερης περιοχής της ΝΑ Ευρώπης χωρών. Τα αίτια εντοπίζονται στις γραφειοκρατικές διαδικασίες έγκρισης και χορήγησης αδειών υλοποίησης επενδυτικών προγραμμάτων, στην έλλειψη σταθερού φορολογικού πλαισίου, στο υψηλό κόστος εργασίας σε σχέση με γειτονικές χώρες, στον κορεσμό και στο μικρό μέγεθος της ελληνικής αγοράς, στο εργασιακό περιβάλλον κλπ., παρόλο που ορισμένα από αυτά τα χαρακτηριστικά έχουν αρχίσει να αλλάζουν επί τα βελτίω.
Με σκοπό την προσέλκυση επενδύσεων σε μία ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα χρονική συγκυρία, η ελληνική Πρεσβεία Βιέννης/Γραφείο ΟΕΥ διοργάνωσε, στις 7 Δεκεμβρίου 2010, σε συνεργασία με το αυστριακό Οικονομικό Επιμελητήριο (WKO) και τον Invest in Greece, ημερίδα αφιερωμένη στις επενδυτικές ευκαιρίες στην Ελλάδα στους τομείς του τουρισμού και της αγοράς ακινήτων. Η εν λόγω εκδήλωση αποτέλεσε συνέχεια του ελληνο-αυστριακού επιχειρηματικού Φόρουμ που πραγματοποιήθηκε στις 04.07.2008, στη Βιέννη, στο πλαίσιο της επίσημης επίσκεψης του Προέδρου της Δημοκρατίας, κ. Κ. Παπούλια, στην Αυστρία (02-05.07.2008).
Στην ημερίδα συμμετείχαν περί τις 20 αυστριακές επιχειρήσεις με ειδικότερο, άμεσο ή έμμεσο, ενδιαφέρον για επενδύσεις στον τουρισμό και στην αγορά ακινήτων της Ελλάδας, οι οποίες πραγματοποίησαν επιχειρηματικές επαφές με τον Invest in Greece και την Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης, τόσο κατά τη διάρκεια του γεύματος που παρατέθηκε από την Πρεσβεία/Γραφείο ΟΕΥ, όσο και μετά από αυτό. Τις εργασίες του Φόρουμ παρακολούθησαν εκπρόσωποι του WKO, ο Αυστριακός Εμπορικός Σύμβουλος στην Αθήνα, όπως, επίσης, εκπρόσωποι του τύπου.
Σημειώνεται ότι, κατά τις απογευματινές ώρες, πραγματοποιήθηκε επενδυτική ημερίδα στον ίδιο χώρο με θέμα τις επενδύσεις στον τομέα των φωτοβολταϊκών στην Ελλάδα, διοργανωθείσα από την Αυστριακή πρεσβεία στην Αθήνα, με τη συμμετοχή του Invest in Greece.

Δ. Τουρισμός

Η Αυστρία, παρά το μικρό πληθυσμιακό μέγεθος (8,3 εκατομ. κάτοικοι), αποτελεί, παραδοσιακά, σταθερή τουριστική αγορά και συγκαταλέγεται στην πρώτη δεκάδα χωρών προελεύσεως τουριστών, οι οποίοι επισκέπτονται την Ελλάδα.
Aποτελεί τον πρώτο εταίρο μας στον τουριστικό κλάδο, επί τη βάσει του αριθμού των επισκεπτών ως ποσοστού επί του συνόλου του πληθυσμού, δεδομένου ότι, τα τελευταία έτη, 7% περίπου του αυστριακού πληθυσμού επισκέπτεται σταθερά τη χώρα μας.
Η τουριστική κίνηση από Αυστρία προς Ελλάδα, στο τέλος της τουριστικής περιόδου 2011, σημείωσε αύξηση της τάξεως του 5% σε σχέση με το 2010, παρά την ύπαρξη έντονης αρνητικής ειδησεογραφίας. Περίπου 480.000 Αυστριακοί επέλεξαν, το 2011, την Ελλάδα για τις καλοκαιρινές διακοπές τους. Η χώρα μας παραμένει στις πρώτες θέσεις, και μάλιστα ως καλοκαιρινός προορισμός, στην πρώτη θέση των προτιμήσεων στην αυστριακή αγορά. Αυτό επιβεβαιώνεται και από έρευνες (2010) αυστριακών τουριστικών ινστιτούτων όπως το IFT και το Karmasin Institut, τα οποία προβάλλουν τη χώρα μας ως έναν από τους τρεις σημαντικότερους προορισμούς (IFT), ενώ στη μελέτη του Karmasin, η Ελλάδα μοιράζεται με τη γειτονική Ιταλία την πρώτη θέση ως δημοφιλέστερος προορισμός.
Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι δεν ήταν μόνο η εκτεταμένη αρνητική ειδησεογραφία που επέδρασε ανασταλτικά στην κίνηση (η οποία θα μπορούσε λόγω των γεγονότων στην Αίγυπτο να πάει ακόμα καλύτερα), αλλά και η παύση πτήσεων της Ολυμπιακής, με αποτέλεσμα τη δημιουργία μονοπωλιακής κατάστασης για την εγχώρια Austrian, αύξηση των αεροπορικών ναύλων και αποκλεισμό νησιωτικών προορισμών και περιοχών της βορείου Ελλάδος.
Οι σημαντικότεροι Tour Operators είναι ο όμιλος TUI, ο Thomas Cook Neckermann (με σημαντική αύξηση της τάξης του 11,6%, το 2011 σε σχέση με το 2010) και ο Rewe-ITS Billa Reisen και Jahn Reisen (με, επίσης, σημαντική αύξηση της τάξης του 10%).
Όλοι ανεξαιρέτως οι εκπρόσωποι των Tour Operators αλλά και αεροπορικών εταιρειών (Austrian, Lauda Air, Flyniki) θεωρούν βέβαιη τη σταδιακή πλέον άνοδο της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια. Μετά την ένταξη του αεροδρομίου του Βόλου στις συνδέσεις με Αυστρία, προστίθενται, το 2012, και τα αεροδρόμια Καλαμάτας και Σάμου, ενώ αυξάνονται οι πτήσεις για γνωστούς προορισμούς όπως Μύκονος, Σαντορίνη και Ρόδος. Τέλος, είναι αυτονόητο ότι παρά την ύπαρξη θετικού κλίματος και προοπτικών για το 2012, στην περίπτωση που υπάρξουν απεργίες ή άλλου είδους αναταραχές στην Ελλάδα, ενδέχεται να έχουμε ανατροπή του κλίματος και αρνητική πορεία της τουριστικής κίνησης.




exports

Gefyres Ypourgeio logo 02highrez    ktp 1